ΚΙΝΗΣΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ
Σωματείο για την υποστήριξη των προσώπων που χρειάζονται υπηρεσίες ψυχικής υγείας ή που υποφέρουν από νευρολογικές παθήσεις, Alzheimer και των οικογενειών τους. Πασχίζουμε για: την κοινωνική και επαγγελματική αποκατάσταση τους -καλύτερες δημόσιες και ιδιωτικές δομές Ψυχικής Υγείας -την αρωγή σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης φυσικών και άλλων καταστροφών -τον αποϊδρυματισμό -την προαγωγή της ψυχικής υγείας. Μέλος Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ., Ε.Σ.Α.μεΑ, AMARC Europe.
Δευτέρα 11 Μαΐου 2026
Πέμπτη 30 Απριλίου 2026
Με οικογένεια
Η νέα ταινία του Τζιμ Τζάρμους:
"Father, Mother, Sister, Brother"

~.~
Κατά βάθος μια κατανομή των ταινιών θα μπορούσε να είναι αυτές «χωρίς οικογένεια» και εκείνες «με οικογένεια», για να θυμηθούμε μια παιδικόστροφη λογοτεχνία με ευρεία απήχηση. Oι ιστορίες των κινηματογραφικών αφηγήσεων, χονδρικά, πηγαίνουν από τα ενδότερα της οικογενειακής φωλιάς μέχρι το υπαίθριο θύραθεν πεδίο και τα διακυβεύματά του. Κανένα από τα δύο πεδία δεν εγγυάται μια μόνιμη ασφάλεια‒ και άρα οι μεταπτώσεις του είναι δραματουργικά πρόσφορες μέχρι να οδηγήσουν στη λύση της τελικής κάθαρσης. Οπότε, βλέπουμε το ένα να λειτουργεί ως λογικοφανές άλλοθι του άλλου (πώς δ’ ου άλλωστε;): έξω από τους θαλπερούς κόλπους της οικογένειας εγκυμονεί το κακό του κόσμου, ή μήπως οι πνιγηρές αναθυμιάσεις της οικογενειακής εγγύτητας θα μπορούσε να είναι θανατηφόρες;
Συνεπεία των κοινωνικών αλλαγών και της μεταβολής αντιλήψεων ο μοντέρνος κινηματογράφος κλίνει ασμένως προς τη δεύτερη εκδοχή: η οικογένεια είναι ένας τοξικός πόλος, εν δυνάμει παραγωγός παραλυτικών καθηλώσεων, μιμητικής αναπαραγωγής εξουσιαστικών προτύπων και βίας, ένα διά βίου μιμητικό αποτύπωμα σχέσεων εξουσίας και ένας σταθερός διασταθμός της διαιωνισμένης κοινωνικής παθογένειας, ένας αναμεταδότης ιδεολογικής παραγωγής: άρα εγκλωβισμός, τόσο πραγματικός όσο και συμβολικός, γεννητόρων και τέκνων εντός του.
Όλο το παραπάνω φορτίο καλλιεργήθηκε και αξιοποιήθηκε από τον αμερικανικό ιδίως κινηματογράφο και εκτέθηκε «ξεδιάντροπα» στα μάτια ενός κοινού που το βλέπει ή υποσυνείδητα το παραδέχεται ως καθεστηκός δεδομένο, αλλά, αφετέρου, εξακολουθεί να ομνύει στις αξίες της παραδοσιακής ή λιγότερο παραδοσιακής (πατριαρχικής;) οικογένειας. (Ποιος σατανάς μίλησε για την «κοινωνία των αδελφών»…;).
Αυτά θεωρώ κάποια σχηματικά προαπαιτούμενα για την προσέγγιση της ταινίας του Τζιμ Τζάρμους Father, Mother, Sister, Brother: και είναι από τις λίγες φορές που με βρίσκει σύμφωνο η απαράλλακτη διατήρηση του πρωτότυπου τίτλου. Οι συγγενικοί αυτοί προσδιορισμοί, από τους αρχαιότερους στον ινδοευρωπαϊκό γλωσσικό χώρο, όπως και από τους λιγότερο αμφίσημους, ελάχιστα «επιτελούνται» γλωσσικά, επιβεβαιώνονται δηλαδή ως γλωσσικές προσφωνήσεις μεταξύ των προσώπων της ταινίας: είναι γνωστόν ότι με το πέρασμα του ηλικιακού χρόνου, εκ μέρους των παιδιών ιδίως δεν υφίσταται ανάγκη να επιβεβαιωθούν ως σχέσεις μέσω προσφωνήσεων εντός της οικογενείας, πολλώ μάλλον όταν οι καταστάσεις που περιγράφονται στις δύο πρώτες ιστορίες της ταινίας (αυτή αποτελείται από τρεις ξέχωρες ιστορίες) είναι ιδιάζουσες, εκτός των άλλων και λόγω της σπάνιας συχνότητας κατά την οποία συμβαίνουν). Το «μαμά», «μπαμπά» εκ μέρους των παιδιών δεν είναι, βέβαια, μια απλή κλητική προσφώνηση. Αποδίδει, εκτός των άλλων, και έναν φόρο συμβολικής, συγκινησιακής θα λέγαμε, υποτέλειας, εξάρτησης, επιβεβαίωσης, ανανέωσης συμβολαίου, έκκλησης για μια διά βίου και, βάσει ενός εγγενούς απαράγραπτου δικαιώματος, αποκλειστικότητα: μόνο με τα αδέλφια μου, και αν, θα μπορούσα να μοιραστώ το προνόμιο τούτου του δικαιώματος!
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τρεις οικογένειες που παρουσιάζονται στην ταινία είναι «λειψές»: στην πρώτη λείπει η μητέρα, στη δεύτερη ο πατέρας, ενώ στην τρίτη, αμφότεροι έχουν αποβιώσει εξαιτίας ενός απρόβλεπτου αεροπορικού δυστυχήματος. Καμιά καθήλωση στον εκλιπόντα πάντως, καμιά Trauerarbeit, κι αυτό όχι μόνο επειδή τα ήθη του πένθους στον δυτικό κόσμο έχουν περιορισθεί διακριτικά και δραστικά: κατά τα φαινόμενα η απουσία του πατριαρχικού στυλοβάτη έχει αφήσει «περιθώρια ζωής», ή περιθώρια μιας «άλλης» ζωής: τώρα μπορούν τα παιδιά να «εκτροχιαστούν» από τα κοινωνικά ειωθότα χωρίς δισταγμούς. Σοφά ποιών ο Τζάρμους το υπονοεί αυτό, το αφήνει στο βάθος, χωρίς να το εμπλέκει δραστικά στη δραματουργία του. Πάντως, ούτως ή άλλως, οι τρεις ιστορίες δείχνουν μιαν απόπειρα να επανασυγκολληθεί το κέλυφος της οικογενειακής φωλιάς, είναι, κατά βάθος, μια διαδρομή προς την, έστω οριστικά, χαμένη οικογενειακή εστία. Κι αυτό το οριστικό είναι που πραγματεύεται, ή διαπραγματεύεται, ο σκηνοθέτης: μπορεί να υπάρξει οικογένεια αφότου διαλυθεί, αφότου εξελιχθεί ακολουθώντας την πορεία των μελών της;
Τρεις ιστορίες παρουσιάζονται στην ταινία: οι σχέσεις γονείς-παιδιά είναι παρούσες και στις τρεις. Όχι όμως, επιφανειακά τουλάχιστον, κατά παρόμοιο τρόπο και σε παρόμοιο τόπο. Στην πρώτη τα παιδιά, αγόρι και κορίτσι, έχουν απεξαρτηθεί πλήρως από τους γονείς, και μάλιστα δρομολογείται μια αντίστροφή εξάρτηση του πατέρα από το γιο (Άνταμ Ντράιβερ)‒ όχι όμως εξίσου και από την κόρη. Ο σκηνοθέτης του Νεκρού έχει ανεβάσει την τέχνη του υπαινιγμού, τη δεξιότητα του ελάσσονος, αλλά έμφορτου σημασίας, γλωσσικού συμβάντος, σε υψηλό επίπεδο: καμιά μετωπική και θορυβώδης σύγκρουση, κανένας πάταγος αποκλεισμένου γεγονότος, μόνο αποκλίσεις σημαινουσών λεπτομερειών που παραπέμπουν σε βαθύτερες, ζωτικής σημασίας, διαφορές. Ο αμερικανικός κινηματογράφος έχει δώσει μερικές από τις καλύτερες στιγμές του προχωρώντας πάνω στις συντεταγμένες αυτών των σχέσεων. Αυτές όμως δεν ενδιαφέρουν τον Τζάρμους: τα οικογενειακά μυστικά, η κακοφορμισμένη οικογενειακή βία δεν είναι για τον αμερικανό σκηνοθέτη το μείζον ζητούμενο. Υπάρχουν μυστικά, χωρίς όμως καθοριστική δραματική βαρύτητα: στο τέλος ο φαινομενικά εγκαταλειμμένος και ενδεής πατέρας (που είναι ο Τομ Γουέητς ‒ αν δεν έχει αφήσει τον αυθεντικό εαυτό του να ανέβει στην επιφάνεια, τότε, ειλικρινά, έχει καταγάγει έναν υποκριτικό άθλο), αποδεικνύεται ότι έχει κρύψει μια ερωτική σχέση και ότι παρά τα φαινόμενα έχει περιθώρια για έκλυτη ζωή. Τα ψέματα του πατέρα μένουν χωρίς καμία δραματουργική λύση. Εξάλλου, αυτό αποτελεί ένα τρόπον τινά επιμύθιο της ταινίας: καμία δραματουργική σύγκρουση δεν λύνεται, όλες μετατοπίζονται για ένα απροσδιόριστο εξωφιλμικό μέλλον. Δεν πρόκειται για αφηγηματική τεχνική: είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που η αφηγηματική τεχνική συμπίπτει με μια κοσμοθεώρηση: εδώ εκείνην του «το μέλλον είναι πάντα ανοιχτό».
Κι ενώ ο συνδυασμός πατέρας-γιος-κόρη χαρακτηρίζει την πρώτη ιστορία, ο συνδυασμός μητέρα-κόρη-κόρη έρχεται να τον αντικαταστήσει στη δεύτερη ιστορία. Είναι γνωστή η αντιζηλία μεταξύ γυναικών στην ίδια οικογένεια, όπως και γνωστή η αλληλεγγύη τους, εξάλλου‒ είτε αφορά σε γυναίκες-κόρες είτε σε μητέρα και κόρες. Εδώ περισσότερο από αλλού μέσα στην ταινία ο Τζάρμους αφήνει να ξεμυτίσουν οι ανταγωνισμοί, τα συμπλέγματα κατωτερότητας, η υποκρισία, αλλά και η μεροληψία των γονέων, της μητέρας εν προκειμένω, στις σχέσεις της με τα παιδιά της, πάντα υποδόρια και σε μια διαθλασμένη προοπτική. Η μία κόρη διαθέτει υπερπολυτελές αυτοκίνητο κατά τα λεγόμενά της, ενώ, από την άλλη, δεν έχει χρήματα να πληρώσει το ταξί της. Διαφορές που σημαίνουν κάτι, αλλά τι; η μια φέρνει λουλούδια στη μητέρα, η άλλη όχι. (Όπως στην πρώτη ιστορία ο ένας είναι πρόθυμος να βοηθήσει τον πατέρα, η άλλη όχι ‒ μήπως όμως μια απόλυτη ομοιότητα στάσης θα μας ωθούσε μοιραία να μιλήσουμε για την οικογένεια ως εργαστήρι ομοιογενοποίησης και ισοπέδωσης;) Και πάλι έχουμε τη νοσηρή οφθαλμαπάτη που χωρίζει τα μέλη μιας οικογένειας. Οφθαλμαπάτη του χρόνου, αλλά και υποχρέωση απέναντι στον χρόνο: το κάθε μέλος της οικογένειας οφείλει να έχει αλλάξει στον ενδιάμεσο χρόνο, και οφείλει να το αποδείξει αυτό. Η οικογένεια είναι ένας χώρος όπου όσο πουθενά αλλού η ροή του χρόνου γίνεται αντιληπτή. Μάνα και κόρες ζουν στην ίδια πόλη, στο Δουβλίνο, η ευκταία και ζητούμενη αλληλεγγύη και συντροφικότητα ήδη όμως ακυρώνεται από το γεγονός ότι δεν μπορούν να ανεχθούν η μία την άλλη στο ίδιο σπίτι, και συναντιούνται σπάνια κάθε χρόνο. Οι σακούλες με τα «καλούδια» που τους έχει ετοιμάσει και τους δίνει στο τέλος η μητέρα (η αειθαλής Σαρλότ Ράμπλινγκ) είναι μάλλον τα κτερίσματα μιας αναντίστροφης απουσίας, το αντίδωρο μιας μοιραίας μοναξιάς, παρά μια ευεργετική χειρονομία. Και, σίγουρα, δεν ξεθάβεται κανένα οικογενειακό μυστικό που θα μας έκανε να δούμε τους ήρωες διαφορετικά, ή θα έκανε τους ίδιους να δουν τον εαυτό τους διαφορετικά. Όχι οικογενειακά μυστικά, μόνο οικογενειακά «τικ». «Μην πειράζεις τα βιβλία της, ξέρεις ότι δεν της αρέσει να τα ανακατεύουν», λέει η μια κόρη στην άλλη. Ωστόσο, η μητέρα δημιουργός-συγγραφέας, σε αντίθεση με τις ρουτινιέρικες δουλειές των κοριτσιών της, υποδηλώνεται μόνο στιγμικά, χωρίς άλλες προεκτάσεις.
Στην τρίτη ιστορία οι γονείς μπορεί να λείπουν παντελώς, μιας και έχουν σκοτωθεί, είναι όμως συμβολικά παρόντες μέσα από τα λεγόμενα των παιδιών, μέσα από τις φωτογραφίες τους και τα «φερτά» του χρόνου που έχουν ταξινομηθεί επιμελώς από τον γιο. Η παγωμένη Αμερική, με τη λίμνη στο βάθος, οι έρημοι δρόμοι του Δουβλίνου, σκηνικά των δύο πρώτων ιστοριών, έχουν αντικατασταθεί εδώ από το πολύβουο Παρίσι, όπου όμως οι συνένοικοι έχουν την αβρότητα να πουν έστω μια καλημέρα, όπου η διαχειρίστρια τους υπενθυμίζει με τη δέουσα γαλατική διακριτικότητα ότι πρέπει να εγκαταλείψουν το διαμέρισμα. Οι γονείς έφυγαν αδόκητα αφήνοντας ξαφνικά στα παιδιά, σε τούτα τα δίδυμα κρεολά, την αμήχανη ελευθερία τους να διαχειριστούν την ορφάνια και τη μοναξιά τους. Εδώ η ταύτιση με τους γονείς είναι πολύ εντονότερη, μια ταύτιση που συμφύρεται με τη διασταύρωση των δύο αδελφών: εκείνος με τη μητέρα του, εκείνη με τον πατέρα της: μέσα από ένα παιχνίδι αντανακλάσεων ο καθένας βλέπει στον άλλον τον πατέρα και τη μητέρα που πρέπει να διεκδικήσει. Τα δύο αδέλφια πρέπει να μοιραστούν τη μοναξιά του επιζήσαντος, να διαχειριστούν το άχαρο κληροδότημα, υλικό και άυλο. Καμιά διάθεση μοιρασιάς και διεκδίκησης εντούτοις. Αυτό το στίγμα της αποδραματοποιημένης ορφάνιας είναι ό,τι αντιθέτει τους ήρωες της τρίτης ιστορίας με εκείνους των δύο πρώτων ιστοριών. Η αντισυμβατική λογική τους, όσο και να το θέλει, δεν μπορεί να πάει κόντρα στη δύναμη των συμβόλων. Δεν έχουν ανάγκη τα Rolex και τη Lexus, έχουν όμως ανάγκη τα οικογενειακά παραφερνάλια ως επιζήσαντες.
Και στις τρεις ιστορίες υπάρχουν τρεις νεαροί σκέιτερς που διακόπτουν τη δράση κατά έναν συμβολικό, θα λέγαμε, τρόπο. Αυτός ο τρόπος επιτείνεται από το «αναιτιολόγητο» της παρουσίας τους και από την «αργή» κίνηση που συνοδεύει εν μέρει την κινηματογράφησή τους. Δεν θα είχε νόημα να ψάξουμε τι συμβολίζουν. Κανένα σύμβολο που σέβεται τον εαυτό του δεν θα το καταδεχόταν αυτό. Τα σύμβολα είναι τόσο ισχυρότερα όσο πιο ανεξήγητα είναι. Βέβαια, και τα σύμβολα έχουν τα συμφραζόμενά τους, ειδάλλως τείνουν να είναι αυθαίρετα σημεία:
η νέα γενιά, αποδεσμευμένη από τη στατικότητα και τη στασιμότητα της κοινής διαβίωσης, οδεύοντας προς ένα άδηλο μέλλον, αποτελεί μιαν απάντηση (παρότι κανείς δεν τη ρώτησε) στην καθήλωση, στις φοβίες, στα συμπλέγματα της εδραίας οικογενειακής διαβίωσης.
Ό,τι κι αν περιέχουν αυτές οι συμβολικές σκηνές, με τη ριψοκίνδυνη κίνηση προς τα εμπρός, είναι σίγουρο ότι δεν συνιστούν μια κυριολεκτική απάντηση αλλά μια πρόκληση να σκεφτούμε τους κόμβους που ψηλαφεί η ταινία.
του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ
~.~
Σάββατο 11 Απριλίου 2026
Ανάσταση χωρίς (Άγιο) Φώς
Χριστός Ανέστη και
Όμορφη Λαμπρή!
~~~
Το δικαστήριο δεν βρήκε το παραμικρό ψεύδος στην έρευνά μου-βιβλίο «Λύτρωση, Περί του Αγίου Φωτός», που κατέληξε στο τεκμηριωμένο συμπέρασμα ότι το Άγιο Φως ανάβει κάθε χρόνο με αναπτήρα. Στη δίκη, την οποία δεν κάλυψε κανένα μέσο ενημέρωσης, τέθηκε επιτέλους για πρώτη φορά σε εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, σε κοσμικό δικαστήριο, το ερώτημα των ερωτημάτων: «Μπορείτε να βεβαιώσετε με το χέρι στο Ευαγγέλιο ότι πρόκειται για θαύμα;» Απάντησε: «Το θαύμα το βλέπω στις χιλιάδες του κόσμου που συνωστίζονται εκεί, στις χιλιάδες του κόσμου που αναμένουν με προσμονή και με πίστη και με χαρά στην ελπίδα την οποία τους δίνει η παραλαβή του Αγίου Φωτός…» Άρα αρνήθηκε την εκ θαύματος κάθοδο της φλόγας στα κεριά του Πατριάρχη μέσα στον Πανάγιο Τάφο. Ήταν μια ιστορική στιγμή. Επίσης, ο εκπρόσωπος τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος κ. Τιμόθεος, στην ερώτησή μου αν μπορεί η Ελλαδική Εκκλησία να πάρει θέση για το θέμα απάντησε: «Είναι πολύ δύσκολο να ειπωθεί η αλήθεια στους πιστούς».
Απ’ τον ιστοχώρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΛΙΚΑΚΟΥ*
Αν ο Θεός άναβε το Φως σε αυτούς, τότε είναι που δεν θα πίστευα!
@salonikios2012
Παρασκευή 3 Απριλίου 2026
Κριτική στην προϊούσα (και καλπάζουσα) ψυχιατρικοποίηση
Όταν η πρόληψη μετατρέπεται σε καθεστώς καχυποψίας*


1. ενίσχυση των σχολικών δομών ψυχικής υγείας,
2. υποστήριξη των εκπαιδευτικών που βιώνουν επαγγελματική εξουθένωση,
3. σαφείς και δίκαιες διαδικασίες παρέμβασης όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις,
4. μια κουλτούρα εμπιστοσύνης, όχι καχυποψίας.
~~~
* αναδημοσίευση από το e-lesxi2 Δ.Α.
Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026
"Ένας νέος που ψάχνει δουλειά" του Παναγιώτη Νεστορίδη
Μερικές φορές με
τους νέους πρέπει να μπορούμε να δούμε την πραγματικότητα που οι ίδιοι βλέπουν

Μια μέρα έκανα την βόλτα μου στο κέντρο της Καβάλας. Τελείωνα το Λύκειο και καθώς περνούσα από το ανακαινισμένο μαγαζί –κέντρο διεθνή τύπου τότε– του Παπαδόγιαννη αποφάσισα να μπω μέσα. Δεν μπορούσα να φανταστώ την συνέχεια της ιστορίας που θα περιγράψω.
Πρόσεξα στο ράφι ένα περιοδικό National Geographic που μου κέντρισε την προσοχή μου, τόσο ο τίτλος, όσο και η φωτογραφία. Ήταν η εποχή που ασχολούμουν με την προϊστορική αρχαιολογία και έκανα μια «έρευνα» για το τι έχει καταγραφεί για την περιοχή μου. Πρώτη φορά αγόραζα περιοδικό στα αγγλικά.
Ένα Άρθρο στα αγγλικά
Στις παγωμένες ακτές του Καναδά, στη Νήσο Βανκούβερ, οι αυτόχθονες φυλές (όπως οι Nuu-chah-nulth) δεν έσκαβαν για χρυσό, αλλά «ψάρευαν» το νόμισμά τους από τον βυθό της λίμνης (Great Central Lake). Το νόμισμα αυτό ονομαζόταν Dentalium. Ήταν μικρά λευκά κοχύλια που έμοιαζαν εκπληκτικά με μικρά δόντια. Ζούσαν χωμένα στην άμμο του βυθού και οι Ινδιάνοι τα μάζευαν με μια απίστευτη τεχνική: χρησιμοποιούσαν μακριά κοντάρια με μια ειδική βούρτσα στην λίμνη, σαν σκούπα, για να τα εντοπίζουν σε βάθη που ξεπερνούσαν τα 20 μέτρα.
Αυτό που κάνει την ιστορία συναρπαστική είναι η «λογική» αυτού του νομίσματος. Δεν είχαν όλα την ίδια αξία. Όσο πιο μακρύ ήταν το κοχύλι, τόσο περισσότερο άξιζε. Μάλιστα, η αξία δεν ήταν αναλογική αλλά εκθετική: ένα κοχύλι 6 εκατοστών άξιζε πολύ περισσότερο από δύο των 3 εκατοστών! Οι έμποροι της εποχής είχαν μάλιστα τατουάζ-χάρακες στα χέρια τους για να μετρούν το μήκος τους με ακρίβεια και να μην πέφτουν θύματα απάτης.
Αλλά το πιο εντυπωσιακό ήταν η τελετή Potlatch. Εκεί, ο πλούτος δεν μετριόταν με το πόσα μάζευες, αλλά με το πόσα χάριζες. Οι αρχηγοί μοίραζαν χιλιάδες τέτοια «δόντια» στους καλεσμένους τους. Για αυτούς, το να είσαι πλούσιος σήμαινε να έχεις τη δύναμη να προσφέρεις τα πάντα στην κοινότητα, εκμηδενίζοντας το προσωπικό σου απόθεμα για χάρη του κύρους.
Αυτό το άρθρο μου άρεσε τόσο πολύ που ήθελα να διαβάσω (μεταφράσω) και τις λεζάντες. Και λόγω του ότι εκείνη την εποχή με είχε συνεπάρει και η σελιδοποίηση εντύπου (με Page Maker 6) ήθελα να μεταφέρω αυτή την μαγεία του περιοδικού και στην δική μου μαθητική εργασία με τα αρχαιολογικά.
Μια μέρα σκάω μούρη σε έναν φίλο τυπογράφο και τον ρώτησα αν μπορεί να μου εκτυπώσει την εργασία μου. Μου λέει «δώσε το CD στον γιο μου να δει το αρχείο». Μετά από λίγο έρχεται ο γιος του και μου λέει: «Δεν μπορούμε εμείς να κάνουμε αυτή την εκτύπωση, αυτό είναι για το National Geographic». Εκεί γέλασα και του λέω: «από εκεί εμπνεύστηκα, το βρήκες!» και έφυγα απογοητευμένος. Κι έτσι η εργασία έμεινε για πάντα σε αρχείο pdf.
Δύο μήνες μετά
Μια μέρα χτυπά το σταθερό τηλέφωνο στο σπίτι. Μου λέει η μητέρα μου «έλα εσένα θέλουν στο τηλέφωνο». Μου λέει ο τυπογράφος: «σου έχω βρει δουλειά για δύο μήνες, στην τάδε εφημερίδα, η κοπέλα που κάνει σελιδοποίηση είναι να γεννήσει και θέλουν άτομο άμεσα, σε ενδιαφέρει;;;». Του λέω «πως θα πάω σε αυτή την εφημερίδα; Μόνο το επίθετο να με ρωτήσει θα με διώξει! Ο πατέρας μου είναι στα δικαστήρια με το αφεντικό αυτής της εφημερίδας!».
Απάντηση: «Άστο σε εμένα αυτό, έχω κάνει τις καλύτερες συστάσεις, πας σαν πακέτο. Κι αυτός Page Maker δουλεύει και δεν βρίσκει άτομο, είναι μοναδική ευκαιρία να βρεις δουλειά».
Πρώτη μέρα σε δουλειά
Πηγαίνω στην εφημερίδα με έναν κόμπο στο λαιμό. Σκέφτομαι ‘τι θα με ρωτήσουν άραγε στη συνέντευξη;’. ‘Κι αν με ρωτήσουν… πως με λένε, τι θα απαντήσω;’. Δεν είχα ξανά δουλέψει ποτέ στην ζωή μου. Την σελιδοποίηση εντύπου την είχα απλά για χόμπυ, ‘τώρα είναι εργασία και μάλιστα σε εφημερίδα’. Το μόνο που με παρηγορούσε ήταν η πεποίθησή μου πως ’δεν θα με προσλάβουν για δουλειά’.
Ένα απόγευμα χτυπάω την πόρτα και συστήνομαι στον διευθυντή της εφημερίδας.
Του λέω «μου είπε ο τυπογράφος σας ότι ψάχνετε άτομο για δύο μήνες για την σελιδοποίηση της εφημερίδας σε Page Maker». Μου απαντά: «Ναι, έχεις δείγμα δουλειάς σου;». Λέω «Ναι, ορίστε το CD».
Φωνάζει την αρχισυντάκτρια και της δίνει το CD για να το εκτιμήσει. Αρχίζει να με ρωτάει πως λέγομαι και στην συνέχεια την καταγωγή μου, τον πατέρα μου και ξαφνικά αναφωνεί με έκπληξη: «Έλα ρε, ο Παναγιωτάκης είσαι;;;;». Του κουνώ το κεφάλι καταφατικά και παράλληλα φοβισμένος.
«Έλα κάθισε» –μου γνέφει με μία κίνηση ευγενείας και χαράς. Μετά από λίγο έρχεται η αρχισυντάκτρια και λέει στο διευθυντή: «Το εγκρίνω, ξεκινάει άμεσα δουλειά από αύριο». Λέω διστακτικά στο αφεντικό: «ξέρετε, μου αρέσει και να γράφω κέμενα, θα μπορούσα παράλληλα να αρθρογραφώ και στην εφημερίδα σας;». Η απάντηση ήταν κοφτή: «Α, για αυτό δεν αποφασίζω εγώ, περίμενε…» και ξανά καλεί την αρχισυντάκτρια στο γραφείο του. Τις λέγει: «Ο Παναγιωτάκης ενδιαφέρεται να ενασχοληθεί και με την δημοσιογραφία». Η απάντησή της επίσης κοφτή: «Ας φέρει κείμενά του να τα δω».
Λέω κι εγώ: «Συγνώμη, σας έχω δώσει την εργασία μου, πέραν της σελιδοποίησης, τα κείμενα είναι όλα δικά μου». Απάντηση: «Α δεν το ήξερα, θα τα δω αμέσως». Μετά από λίγο ξανά έρχεται και λέει στο διευθυντή: «Μου αρέσει ο τρόπος που γράφει, αλλά, χρειάζεται να τον εκπαιδεύσω. Για αρχή ας ξεκινήσουμε με την σελιδοποίηση και βλέπουμε».
Τελικά έμεινα στην εφημερίδα πέντε χρόνια. Πήγαινα το πρωί με χαρά γιατί το κλίμα στο χώρο εργασίας μου ήταν σαν «οικογένεια». Ήμουν ο μικρότερος άλλωστε, όλοι με αγαπούσαν.
Ο Ρόλος της εκπαίδευσης
Μπορεί να ήμουν ανάμεσα στους χειρότερους μαθητές στο Γυμνάσιο, ωστόσο μία καθηγήτρια μου έμαθε να αγαπώ την ιστορία και με παρακίνησε να γράψω και εργασία με το θέμα αυτό στο τέλος Γυμνασίου. Αυτό ήταν ένα εφόδιο, που διέκρινε η φιλόλογός μου στο Λύκειο και με στήριξε παρακινώντας με να γράψω την εργασία για τα προϊστορικά στο Λύκειο. Και αυτό έγινε αφορμή να με προσέξει η αρχισυντάκτρια της εφημερίδας που με αγάπη με μετεκπαίδευσε στο να μπορώ να διαχειρίζομαι τον γραπτό λόγο. Στην αρχή στην εφημερίδα ένιωθα ότι γράφω 2-3 διαγωνίσματα στην έκθεση κάθε μέρα.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης σε μία συνέντευξή του, είχε σημειώσει πολύ ορθά μεταξύ άλλων: «(…) Για να υπάρξει πραγματική εκπαίδευση με την αυστηρή έννοια του όρου υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: είναι ότι αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία γίνεται αντικείμενο επένδυσης και πάθους και από τους εκπαιδευτές και από τους εκπαιδευόμενους και, για να το πω καθαρά, ότι αν δεν υπάρχει έρωτας μες στην εκπαίδευση δεν υπάρχει εκπαίδευση! Εάν κάποιος κάτι μαθαίνει μέσα στο σχολείο είναι διότι, διαδοχικά, έναν καθηγητή σε κάποια τάξη – και στο πανεπιστήμιο ακόμη – τον ερωτεύεται και τον ερωτεύεται διότι βλέπει ότι αυτός ο ίδιος ο καθηγητής είναι ερωτευμένος με αυτό που διδάσκει».
Επίλογος
Όταν κάθεσαι να γράψεις κάτι –ένα κείμενο, μια αφήγηση, το μόνο που έχει σημασία είναι να ξέρεις το «γιατί» το κάνεις. Δεν έχει νόημα να προσπαθείς να εντυπωσιάσεις ή να διαφημίσεις πόσο άλλαξες, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι. Η δουλειά είναι να σκάβεις βαθιά, σαν το παιδάκι που ρωτάει συνέχεια «γιατί», μέχρι να καταλάβεις τι πραγματικά συμβαίνει με τους ανθρώπους και τις καταστάσεις γύρω σου. Μόνο αν καταλάβεις την ιστορία του άλλου σε βάθος, θα μπορείς και να την διατυπώσεις και σωστά.
Αυτό βέβαια έχει ένα τίμημα. Θα βρεθείς συχνά ανάμεσα σε αντίθετα στρατόπεδα που το μόνο που θέλουν είναι να φωνάζουν. Αν δεν διαλέξεις πλευρά, θα σε «κράξουν». Αλλά ο δίκαιος δρόμος δεν είναι ο κώδικας των δικηγόρων ή οι γραμμές των πολιτικών· είναι να μπορείς να βλέπεις τον άνθρωπο καθαρά κι άμεσα. Ακόμα κι αν μερικές φορές νιώθεις ότι κουράζεις τους άλλους επειδή τους αναγκάζεις να σκεφτούν, μην κάνεις πίσω. Είναι προτιμότερο να είσαι ένας «περίεργος» χαρακτήρας που κράτησε την αξιοπρέπειά του, παρά να γίνεις μέρος μιας μάζας που απλώς κάνει θόρυβο. Στο τέλος, αυτό που μένει είναι να μπορείς να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να ξέρεις ότι δεν χρησιμοποίησες τον λόγο σου για να κερδίσεις κάτι, αλλά για να βγάλεις μια άκρη στο χάος.
Για εσένα που ψάχνεις δουλειά σήμερα και νιώθεις ότι ο κόσμος σου κλείνει την πόρτα στα μούτρα, το πρώτο που πρέπει να θυμάσαι είναι να μην αφήσεις την απόρριψη να σου διαβρώσει το «γιατί». Οι περισσότεροι γύρω σου θα σου πουν να γίνεις «ευέλικτος», να φτιάξεις ένα βιογραφικό που να μοιάζει με διαφήμιση, να μάθεις να «πουλάς» τον εαυτό σου σαν προϊόν. Μην τους ακούς τυφλά. Αν μετατραπείς σε προϊόν, θα καταλήξεις να έχεις ημερομηνία λήξης.
Η δουλειά δεν είναι μόνο τα προς το ζην· είναι ο τρόπος σου να παρεμβαίνεις στον κόσμο. Ακόμα κι αν η αγορά εργασίας μοιάζει με έναν κώδικα που δεν σε δέχεται, εσύ μάθε να διαβάζεις τη δομή της. Μην ψάχνεις απλώς μια θέση, αλλά ψάξε να καταλάβεις πού χρειάζεται η δική σου ματιά, το δικό σου «γιατί». Αν ξέρεις ποιος είσαι και τι μπορείς να προσφέρεις σε βάθος, τότε καμία συστημική άρνηση δεν μπορεί να σου αφαιρέσει την αξία σου.
Μην φοβάσαι να είσαι ο «περίεργος» που ζητάει να καταλάβει την ουσία της δουλειάς του και όχι απλώς να εκτελεί εντολές. Στην αρχή ίσως σου κοστίσει, ίσως σε κουράσει η αναμονή, αλλά η μόνη δουλειά που αξίζει είναι αυτή που δεν σου ζητάει να παραδώσεις την αξιοπρέπειά σου στην είσοδο. Κράτα τη σκέψη σου καθαρή και τη δομή σου ακέραιη. Όταν τελικά βρεις τη χαραμάδα για να μπεις, φρόντισε να είσαι έτοιμος όχι απλώς να δουλέψεις, αλλά να αλλάξεις τον χώρο γύρω σου με τη δική σου αλήθεια. Το «παρελθόν» κάποιων άλλων που πάλεψαν πριν από σένα, είναι η απόδειξη ότι ο Λόγος και η επιμονή στο δίκαιο, στο τέλος, είναι τα μόνα όπλα που δεν σκουριάζουν.
Επειδή αρθρογραφούσα σε εφημερίδα κι έγραφα κι εγώ κείμενα, θα κλείσω με μια φράση του Jean Pierre Vernant: «Μια συλλογή κειμένων είναι λίγο σαν τη ζωή: μια σύνθεση από "κομμάτια κι αποσπάσματα". Παρ' όλα αυτά, ακόμα και μέσα στο δισάκι που κουβαλάει ένας ζητιάνος, όπου θα πιστεύαμε ότι ρίχνει ό,τι του πέφτει στα χέρια, υπάρχει μια τάξη· και η τάξη που είναι προϊόν τόσο της επιλογής όσο και της τύχης, για όποιον ξέρει να παρατηρεί, αποκαλύπτει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την ιδιαίτερη πορεία ενός ανθρώπου».
***
Ο Παναγιώτης Νεστορίδης

παραγωγός, μοντέρ, (filming, editing & post production), επόπτης ροής προγράμματος, σκηνοθέτης, δημοσιογράφος έντυπων, ηλεκτρονικών και τηλεοπτικών μέσων. Επίσης έχει εργαστεί ως ανεξάρτητος ντοκυμαντερίστας σε δικές του θεματικές. Έχει αναπτύξει όλα τα παραπάνω προσόντα του και σε πανελλαδικούς τηλεοπτικούς και Κυπριακούς σταθμούς. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες στην σύνθεση, ως γραφίστας, στην σελιδοποίηση κα.
Είναι μέλος της ΚΟΦιΨΥ από το 2021.
Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026
Ολοκληρώθηκε με επιτυχία η Ετήσια Συνέλευση της ΚΟΦιΨΥ
![]() |
|
Σε
λίγο καιρό κλείνουμε την έβδομη χρονιά
που
το κοινωνικό έργο μας
ενισχύει,
ενδυναμώνει και συμπαραστέκεται
προς
τα
πρόσωπα που έχουν ανάγκη
των
υπηρεσιών ψυχικής υγείας
και
των οικογενειών τους.
Παρά
τις αντιξοότητες, τις καθυστερήσεις
και
τις αναβολές λόγω
των
δυσμενών κοινωνικών ζητημάτων
που
διαρκώς ανακύπτουν
από
την οικονομική κρίση,
η
ΚΟΦιΨΥ συνεχίζει να πασχίζει
για
την βελτίωση
και την ενίσχυση
των
συνθηκών
στις
δημόσιες και ιδιωτικές δομές
της
Ψυχικής Υγείας...
|
![]() |
Η φιλόξενη αίθουσα της Λ.Σ.Γ. |
![]() |
Τι
δεν έκανε η ΚΟΦιΨΥ; Γιατί δεν μπόρεσε
να
εμποδίσει την καταστροφή
της Δημόσιας Ψυχικής Υγείας;
Κρίσιμα
ερωτήματα που τέθηκαν με (φαινομενικό) στόμφο για τα μεγέθη μας.
Όμως οι απαντήσεις που έδωσε στον
απολογισμό, μιλώντας για την πολιτική διαχείριση της Υγείας, ο Αρχιτέκτονας και συμπρόεδρος ΔΣ
Ευάγγελος
Άκης Ασπρογέρακας, από αύριο θα ζεματίζουν όλες τις δειλιασμένες σκέψεις που τυχόν θα τολμήσουν να ορθωθούν απέναντι στα συνειδητοποιημένα μέλη της ΚΟΦιΨΥ. |
![]() |
|
Η
Ευαγγελία Καπετάνου,
Ασυρματίστρια-Μαρκόνι του Εμπορικού
Ναυτικού
με
την χαρακτηριστική της άνεση
αφηγείται
μία πραγματική ιστορία:
πως
μπορεί να γίνει όλόκληρη περιπέτεια
για
την οικογένεια μία απλή παράδοση
ρουχισμού
σε
πάσχοντα που νοσηλεύεται σε δημόσιο
νοσοκομείο.
Η
ίδια αναγκάστηκε να δηλώσει τον θεσμικό
της ρόλο
ως
προέδρου εγκεκριμένου σωματείου,
προκειμένου
να της δοθεί η άδεια για να εισέλθει
και
να παραδώσει αυτοπροσώπως καθαρό
ιματισμό
σε
μέλος φιλικού συλλόγου -ΣΟΨΥ- άλλης
πόλης
που
νοσηλεύτηκε στην Αθήνα.
Δηλαδή
για μία οικογένεια, ένας πολίτης,
ένας
συνάνθρωπος μας
χωρίς
επίσημη θεσμική “αναγνώριση”
δεν
αναγνωρίζεται με δικαιώματα συναλλαγής! |

![]() |
Ξεκινάμε με αγωνιστικούς χαιρετισμούς την γιορτή μας... |
![]() |
Οι ρυθμοί του Σκα μας ξεσηκώνουν στο χορό! Στα αριστερά αριστερά της εικόνας η καλή μας dj, η Δέσποινα! |
![]() |
| ...και του Χρόνου..! |
-
Το Ραδιόφωνο βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τις ιστορικές εξελίξεις των δυο τελευταίων αιώνων, από την εποχή της ραδιοτηλεγραφίας ως το ση...
-
Άγχος, έλλειψη προοπτικής και κακοί μισθοί για μια μορφωμένη νέα γενιά Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ παρουσιάζει τη νέα πανελλαδική έρευ...
-
Χριστός Ανέστη και Όμορφη Λαμπρή! Διαβάστε ένα υπέροχο διήγημα του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ, που αναδημοσιεύουμε αυτούσιο από το έ...
-
Πολλές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για τα 3 χρόνια από την τραγωδία των Τεμπών Τρία χρόνια συμπληρώνονται φέτος, στις 28 Φεβρουαρίου απ...

















